ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΥΝΤΡΟΦΕ!




  Τα αστυνομικά μυθιστορήματα δεν είναι κατάλληλη επιλογή για την  παραλία, ακόμα κι όταν η πλοκή τους λαμβάνει χώρα στα ελληνικά νησιά, στον ιταλικό Νότο ή τη Γαλλική Ριβιέρα. Η παρακολούθηση της έρευνας για την ανακάλυψη του ενόχου απαιτεί ένα μεγάλο βαθμό συγκέντρωση και προσοχής που δεν είναι  εφικτός για τους περισσότερους τουλάχιστον αναγνώστες, όταν έχουν να αντιμετωπίσουν  τον εκνευριστικό ήχο της ρακέτας η τις καυτές αχτίνες του ήλιου που απαιτούν συχνή ανανέωση του αντηλιακού.  Εντούτοις, η ανυπομονησία με παρέσυρε και απόλαυσα  το τελευταίο βιβλίο του Κώστα Φασουλόπουλου,  «Ψηλά τα χέρια σύντροφε», παρά θίν' αλός και εν μέσω θερινών διακοπών

Τώρα, όμως,  που πέρασαν οι περισπασμοί του καλοκαιριού  θα  πρότεινα ανεπιφύλακτα το ανάγνωσμα για  μια συναρπαστική απόπειρα φυγής από τα νωχελικά και μελαγχολικά απογεύματα του φθινοπώρου. Συνταγογραφείται επίσης και για τα κρύα βράδια του χειμώνα.

 Το βιβλίο αποτελεί ένα  εξαιρετικό δείγμα του σύγχρονου ελληνικού   νουάρ που συνδυάζει την πολιτική παρατήρηση  και την ψυχολογική εμβάθυνση  με  μια σφιχτοδεμένη  και πολυεπίπεδη αστυνομική πλοκή. Ο συγγραφέας, μάλιστα, χρησιμοποιεί  με τρόπο παραπειστικό και  στοιχεία μαύρης κωμωδίας για να καλύψει το γεγονός πως  στον πυρήνα της έμπνευσής του  υπάρχει σαφώς μια ρομαντική ιστορία γύρω από τον έρωτα, την αντρική φιλία και τη χαμένη τιμή της ιδεολογίας.  Η γραφή του, ρεαλιστικά οικεία αλλά και ατμοσφαιρική, άλλοτε με υπόγεια ένταση -εξαιτίας εύστοχων  επιβραδύνσεων -κι άλλοτε με φρενήρεις ρυθμούς -χάρη σε στιγμιότυπα   καταιγιστική δράσης- αποδίδει φόρο τιμής στις κινηματογραφικές εμμονές του.

 Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκονται δύο πρώην αντιεξουσιαστές, ευκατάστατοι πλέον επιχειρηματίες σε κρίση μέσης ηλικίας, που από το ένοπλο αντάρτικο στην Λατινική Αμερική έχουν περάσει επιτυχώς  στην εργολαβία και, από εκεί, στις ληστείες  χρηματαποστολών με τη βοήθεια δύο ποινικών συνεργών.

  Η νέα αυτή απασχόληση δεν φαίνεται να αντιβαίνει τους ηθικούς κώδικες της επανάστασης. Οι δύο φίλοι στοχεύουν μόνο οχήματα  που μεταφέρουν τραπεζικό χρήμα. Και στα αστικά περιβάλλοντα οι ληστές τραπεζών θεωρούνται  συχνά από την κοινή γνώμη ως εκδικητές ή υπερασπιστές της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως κάποτε οι «ληστές των ορέων» στην αγροτική ύπαιθρο. Έτσι, ο Γάλλος  διαβόητης ληστής τραπεζών, Ζακ Μεσρίν  συνήθιζε να συστήνεται ως σύγχρονος Ρομπέν των Δασών και δήλωνε χαρακτηριστικά: «Δεν είμαι δημόσιος κίνδυνος. Είμαι κίνδυνος για την τράπεζα. Τρώω το κέικ, όχι τη γιαγιά ή την Κοκκινοσκουφίτσα»! Στη χώρα μας, η ιστορία του  τον Θεόδωρο Βερνάρδου, του ευαίσθητου «ληστή με τις γλαδιόλες», συγκίνησε πολύ, ενώ ένα ιδιότυπο status ρομαντικών κακοποιών και ίσως λαϊκών ηρώων απέκτησαν -και για άλλους, βέβαια, λόγους- κυρίως τη δεκαετία του 1990 οι αδελφοί Παλαιοκώστα.

 Ας επανέλθουμε στους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου, των οποίων τα κίνητρα, τα συναισθήματα, τα ερωτηματικά αλλά και τα αποσιωπητικά αποδίδονται από το συγγραφέα  με μεγάλη μαεστρία και ευαισθησία, αφού αποτελούν άλλωστε και βασικό εργαλείο για την εξέλιξη της πλοκής. «Ἦθος  ἀνθρώπῳ δαίμων», όπως θα έλεγε κι ο  Ηράκλειτος.

 Ο ένας, λοιπόν, ο Αντώνης Πρέκας, πολιτικός μηχανικός κι ευκατάστατος κατασκευαστής πολυκατοικιών, κυνικός, σχεδόν αμοραλιστής, αδιαφορεί για την πολιτική, ζει σε πολυτελή μεζονέτα με πισίνα στα Νότια Προάστια και οδηγεί ακριβά ιταλικά αυτοκίνητα. Είναι ο εγκέφαλος της συμμορίας,  που καταστρώνει τα σχέδια των ληστειών  όχι τόσο για το χρηματικό bonus όσο για να γεμίσει με  αδρεναλίνη το υπαρξιακό του κενό.  Ο άλλος, ο Χρόνης Καραγιάννης, μηχανολόγος, πιο χαμηλών τόνων, αναλαμβάνει δουλειές σε μικρές βιομηχανίες, σοβαρός, εφευρετικός, συχνά με ύφος στωικό, άνθρωπος εμπιστοσύνης, αποτελεί τον εκτελεστικό βραχίονα των επιχειρήσεων αλλά υποφέρει από την νοσταλγία της ένοπλης πάλης.

Ο Πρέκας, τώρα,  έχει μια ιδιοτροπία. Τα καλοκαίρια δεν πάει διακοπές  αλλά κάνει ψυχοθεραπεία με φιλμ νουάρ της δεκαετίας του 40 και 50 στην  Ααβόρα, cult σινεμά της οδού Ιπποκράτους, όπου γνωρίζει και την ανερχόμενη κάποτε  ηθοποιό αλλά τώρα παντρεμένη μεγαλοαστή, Χριστίνα Μωραΐτη. Εκείνη, απόμακρη, αινιγματική, σκληρή  και  συνάμα ευάλωτη, ως γνήσια femme fatale που μόλις απέδρασε από τη μεγάλη  οθόνη, γοητεύει τον ήρωα μας και τον μυεί στις απολαύσεις της νυχτερινής Αθήνας και του παράνομου σεξ στα ξενοδοχεία ημιδιαμονής.  Η γνωριμία της  τον αποσυντονίζει και αποτελεί καταλύτη της μυθοπλασίας. Ο  Πρέκας αποφασίζει να πάει για ένα τελευταίο colpo grosso, να εκμεταλλευτεί τις πληροφορίες που έχει η ερωμένη του  γύρω από την τράπεζα που διευθύνει ο σύζυγός της, ώστε να διαρρήξει αυτός και η παρέα του το υποκατάστημα της Τράπεζας Πρόνοιας  στην Καλλιρόης μέσω ενός υπόγειου τούνελ της ΕΥΔΑΠ. Σχεδιάζουν με άλλα λόγια "το  ριφιφί του αιώνα". (Εκλεκτικές συγγένειες με το Ριφιφί του Ζυλ Ντασέν αλλά και την ομώνυμη δημοφιλή σειρά του Σωτήρη Τζαφούλια).

Τραβούν, όμως, την προσοχή επικίνδυνης συμμορίας του οργανωμένου εγκλήματος, ενώ η Ασφάλεια φαίνεται να αναμοχλεύει το κινηματικό  παρελθόν των δύο συντρόφων. Θα ματαιώσουν τα σχέδια τους ή θα προκαλέσουν την τύχη τους; Έχουν φτάσει στα όρια της ύβρης κι ήρθε ή ώρα να επέμβει η τιμωρός- μοίρα ή  θα τους σώσει κάποιος από- μηχανής Θεός;  Ανατροπές, παγίδες, συγκρούσεις,  εκβιασμοί κι απαγωγές, μυστικά και ψέματα  κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα.

Τα εμβόλιμα αποσπάσματα από τα δελτία ειδήσεων,  που συχνά  διακόπτουν τη ροή της αφήγησης, συμπυκνώνουν τα πολιτικά, οικονομικά  και πολιτιστικά συμφραζόμενα,  περιγελούν τη σοβαρότητα της αντικειμενικής ενημέρωσης και  παράλληλα λειτουργούν ως  προειδοποιητικοί χρησμοί για την εξέλιξη ης δράσης

Γιατί όλα τα παραπάνω θαυμαστά συμβαίνουν στην Αθήνα του 1998, λίγο πριν σκάσει η φούσκα του Χρηματιστηρίου και εν αναμονή των πρώτων  Ολυμπιακών Αγώνων στη χώρα μας μετά το 1896. Γεγονός που γεμίζει τον περιούσιο λαό με εθνική υπερηφάνεια και προσφέρει μια τέλεια δικαιολογία  στο Υπουργείο Δημόσιας  Τάξης για να εξαπολύσει ένα «ανελέητο κυνηγητό» εναντίον της εγχώριας τρομοκρατίας. Ο Φασουλόπουλος βρίσκει έτσι την ευκαιρία να αναπλάσει λογοτεχνικά τη δεκαετία του 90, την πιο ίσως αμφιλεγόμενη εποχή της Μεταπολίτευσης:

Ο ήλιος του ΠΑΣΟΚ φωτίζει τις μέρες μας, η ιδιωτική τηλεόραση καταλαμβάνει το σαλόνι μας,  στις αθηναϊκές πίστες μεσουρανεί το άστρο του Λεπά, το lifestyle μπαίνει στο ελληνικό λεξιλόγιο, ενώ   το σύνθημα των περιοδικών του Κωστόπουλου  «Η ζωή είναι  μικρή για να είναι θλιβερή»  δίνει  άλλοθι  στα πλήθη για να ξεσαλώσουν στα μπουζουξίδικα της παραλιακής και στα μπαρ της Μυκόνου. Γιατί όχι;  Η ανάπτυξη καλπάζει και επιτέλους γίναμε Ευρώπη. Μια νέα, αχόρταγη, μεσαία τάξη αναδύεται  «που τα θέλει όλα και τα θέλει τώρα»,  χωρίς να ξέρει αν επαρκεί  το όριο της πιστωτικής.

 Το «Ψηλά τα χέρια, σύντροφε», λοιπόν,  χρησιμοποιεί ως αφετηρία μια ιστορία ληστείας. Πίσω, όμως, από την αστυνομική πλοκή αποκαλύπτεται κάτι μεγαλύτερο: το grotesque πορτρέτο μιας εποχής και, μαζί, η αποτύπωση των αδιεξόδων μιας ολόκληρης γενιάς που είδε  προσδοκίες και  οράματά  να διαψεύδονται, που πέρασε πριν καλά καλά το καταλάβει από το «μολότοφ, καύλα κι επανάσταση» στο «Κιάμος, Ρέμος, Venceremos”.

Γι’ αυτό και αν κάποιος λάτρης του Νίκου  Νικολαΐδη τύχει να διαβάσει το βιβλίο, δεν μπορεί παρά έντονα να θυμηθεί  τη θρυλική  ατάκα από τη «Γλυκιά  Συμμορία»:

-Τι κάνει η Επανάσταση;

-Γαμιέται! 

Comments

Popular Posts